Γυρνάω μεθυσμένη.
Καπνίζω πολύ.
Σε σκέφτομαι πολύ.
Μου κάνεις κακό.
Δεν με νοιάζει.
Δεν καταλαβαίνει κανείς πως αγαπάω.
Αδιαφορώ.
Είμαι αντικοινωνική.
Αγαπάω με όλη μου την καρδιά.
Σε βλέπω παντού.
Έχω αναμνήσεις περίπου 10 gigabytes.
Σπάω κάρτες μνήμης.
Ουρλιάζω με αγανάκτηση.
Είμαι ήρεμη.
Χαμογελάω.
Ζω.
Περιμένω.
Τετάρτη 23 Απριλίου 2014
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014
Μικρά Μαύρα Υποβρύχια (Little Black Submarines)
Ανοίγω την πόρτα προσπαθώντας να ξεφύγω από τα φώτα και τους ήχους της πόλης.
Στην προσπάθεια μου η πόρτα τρίζει, σηκώνεται λίγο σκόνη αλλά τελικά ανοίγει.
Ένα σύννεφο από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, τσιγάρων, χόρτου, ιδρώτα και βρωμερών ανασών με περιτριγυρίζει.
Χαμογελάω γιατί νιώθω ότι είμαι σπίτι μου, στο μαγαζί που πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια.
Όλα μοιάζουν ίδια, αλλά είναι τόσο διαφορετικά.
Βλέπω άγνωστα κορμιά να λικνίζονται και μπορώ να δω την επιθυμία τους να αγγιχτούν, να κάνουν έρωτα, ν'αγαπήσουν.
Γελάω πιο δυνατά και προσπαθώ να βρω τους φίλους μου.
Ξαφνικά, μέσα στο χαμό, μυρίζω ένα άρωμα. Το αίμα μου παγώνει ξαφνικά, σαν το δωμάτιο να μεταφέρθηκε σε μια παγωμένη λίμνη της Νορβηγίας.
Γυρίζω προς το μέρος που το μύρισα και μένω να παρατηρώ από κάτω προς τα πάνω.
Ηταν σίγουρα αυτή.
Χριστέ μου, τι ήθελε εδώ; Μακάρι να μην με δει, μακάρι.
Στην προσπάθειά μου να βρω γρήγορα τα παιδιά , πάτησα στο βρεγμένο πάτωμα, παραπάτησα και έπεσα προς τα δεξιά, ακριβώς ένα μέτρο δίπλα της.
-Στέφανε; Χριστέ μου, είσαι όντως εσύ;
-Νεφέλη; Δεν το πιστεύω, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Και ήταν όντως έτσι. Το χαμόγελό της ήταν ακόμη τόσο λευκό, τα μάτια της τόσο λαμπερά κι ας ήμαστε πλέον 28 χρονών. Έμεινα να την κοιτάζω, όπως πάντα, χωρίς να έχω ιδέα τι στον πούτσο να της πω. Πάλι ήταν η ίδια επιθυμία να την εντυπωσιάσω, αλλά είχα κουραστεί να προσπαθώ να βρω τα σωστά λόγια για να μου χαρίσει απλά ένα χαμόγελο ή απλά για να την κάνω να διαφωνήσει μαζί μου ώστε να πιάσουμε τη συζήτηση για ώρες.
-Με το Γιώργο όλα καλά; Μια τεράστια μούτζα προσγειωνόταν από όλο το σύμπαν στο πρόσωπό μου, ΜΑ ΤΙ ΕΙΠΑ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ;
-Όχι ιδιαίτερα, είμαι μόνη μου, εσύ; Ακόμη ερωτευμένος μ'εκείνη που δεν τόλμησες να της το πεις ποτέ;
-Μπα, δεν νομίζω, δεν ξέρω. Βασικά να σου πω την αλήθεια, δεν τη βλέπω πια πολύ συχνά.
-Μα τι ηλίθιος είσαι
-Παρακαλώ;
-Λέω είσαι ηλίθιος
-Ναι, το κατάλαβα, αλλά γιατί είμαι ηλίθιος;
-Γιατί φοβάσαι ν'αγαπήσεις.
-Κι εσύ δε φοβάσαι να πληγωθείς;
-Όχι, μα θα ταν τόσο χαζό να το φοβόμουν αυτό γιατί θα μουν ένα άψυχο αντικείμενο.
Η μουσική τότε δυνάμωσε, πήγα να της απαντήσω αλλά ούτε εγώ δεν μπορούσα να ακούσω τη φωνή μου. Μετά από τρεις προσπάθειες, τα παράτησα και απλά τη χτύπησα φιλικά στον ώμο και της έκανα ένα νεύμα που μάλλον σήμαινε Θα τα πούμε γι αυτή, αλλά για μένα σήμαινε πιο πολύ κάτι σαν Είσαι ο έρωτας της ζωής μου.
Πλησίασα τα παιδιά κι αμέσως παρήγγειλα. Δε θυμάμαι ακριβώς σε ποιο ποτό ήμουν όταν άκουσα τους Black Keys να τραγουδάνε Too afraid to love you. Ίσως είχε δίκιο για μένα, ίσως φοβόμουν. Δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα παρά μόνο ότι την ήθελα δικιά μου και ότι ήμουν απόλυτα μεθυσμένος.
Πήγα στο μπαρ και πλήρωσα, χαιρετισα τα παιδιά και μπήρα το μπουφάν μου. Την είδα να χορεύει το τραγούδι, έπρεπε να το κάνω, έπρεπε για μένα, γι αυτή, για ένα γαμημένο καλύτερο μέλλον.
-Νεφέλη, ίσως είχες δίκιο.
-Για ποιο Στέφανε;
-Που δεν της είπα ποτέ πόσο τη γούσταρα και πόσο κάθε μέρα ήθελα να ξυπνάω δίπλα της, πόσο ήθελα να της δίνω να φοράει το φούτερ μου τις μέρες που βρέχει, πόσο ήθελα να τη φιλάω μέχρι να μουδιάσουν τα χείλη μου, πόσο πολύ ήθελα να την αγαπήσω.
Την είδα να δακρύζει.
-Πήγαινε σε αυτή τότε Στέφανε, πες της τα όλα αυτά.
-Νεφέλη, μόλις της τα είπα.
Στην προσπάθεια μου η πόρτα τρίζει, σηκώνεται λίγο σκόνη αλλά τελικά ανοίγει.
Ένα σύννεφο από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, τσιγάρων, χόρτου, ιδρώτα και βρωμερών ανασών με περιτριγυρίζει.
Χαμογελάω γιατί νιώθω ότι είμαι σπίτι μου, στο μαγαζί που πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια.
Όλα μοιάζουν ίδια, αλλά είναι τόσο διαφορετικά.
Βλέπω άγνωστα κορμιά να λικνίζονται και μπορώ να δω την επιθυμία τους να αγγιχτούν, να κάνουν έρωτα, ν'αγαπήσουν.
Γελάω πιο δυνατά και προσπαθώ να βρω τους φίλους μου.
Ξαφνικά, μέσα στο χαμό, μυρίζω ένα άρωμα. Το αίμα μου παγώνει ξαφνικά, σαν το δωμάτιο να μεταφέρθηκε σε μια παγωμένη λίμνη της Νορβηγίας.
Γυρίζω προς το μέρος που το μύρισα και μένω να παρατηρώ από κάτω προς τα πάνω.
Ηταν σίγουρα αυτή.
Χριστέ μου, τι ήθελε εδώ; Μακάρι να μην με δει, μακάρι.
Στην προσπάθειά μου να βρω γρήγορα τα παιδιά , πάτησα στο βρεγμένο πάτωμα, παραπάτησα και έπεσα προς τα δεξιά, ακριβώς ένα μέτρο δίπλα της.
-Στέφανε; Χριστέ μου, είσαι όντως εσύ;
-Νεφέλη; Δεν το πιστεύω, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Και ήταν όντως έτσι. Το χαμόγελό της ήταν ακόμη τόσο λευκό, τα μάτια της τόσο λαμπερά κι ας ήμαστε πλέον 28 χρονών. Έμεινα να την κοιτάζω, όπως πάντα, χωρίς να έχω ιδέα τι στον πούτσο να της πω. Πάλι ήταν η ίδια επιθυμία να την εντυπωσιάσω, αλλά είχα κουραστεί να προσπαθώ να βρω τα σωστά λόγια για να μου χαρίσει απλά ένα χαμόγελο ή απλά για να την κάνω να διαφωνήσει μαζί μου ώστε να πιάσουμε τη συζήτηση για ώρες.
-Με το Γιώργο όλα καλά; Μια τεράστια μούτζα προσγειωνόταν από όλο το σύμπαν στο πρόσωπό μου, ΜΑ ΤΙ ΕΙΠΑ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ;
-Όχι ιδιαίτερα, είμαι μόνη μου, εσύ; Ακόμη ερωτευμένος μ'εκείνη που δεν τόλμησες να της το πεις ποτέ;
-Μπα, δεν νομίζω, δεν ξέρω. Βασικά να σου πω την αλήθεια, δεν τη βλέπω πια πολύ συχνά.
-Μα τι ηλίθιος είσαι
-Παρακαλώ;
-Λέω είσαι ηλίθιος
-Ναι, το κατάλαβα, αλλά γιατί είμαι ηλίθιος;
-Γιατί φοβάσαι ν'αγαπήσεις.
-Κι εσύ δε φοβάσαι να πληγωθείς;
-Όχι, μα θα ταν τόσο χαζό να το φοβόμουν αυτό γιατί θα μουν ένα άψυχο αντικείμενο.
Η μουσική τότε δυνάμωσε, πήγα να της απαντήσω αλλά ούτε εγώ δεν μπορούσα να ακούσω τη φωνή μου. Μετά από τρεις προσπάθειες, τα παράτησα και απλά τη χτύπησα φιλικά στον ώμο και της έκανα ένα νεύμα που μάλλον σήμαινε Θα τα πούμε γι αυτή, αλλά για μένα σήμαινε πιο πολύ κάτι σαν Είσαι ο έρωτας της ζωής μου.
Πλησίασα τα παιδιά κι αμέσως παρήγγειλα. Δε θυμάμαι ακριβώς σε ποιο ποτό ήμουν όταν άκουσα τους Black Keys να τραγουδάνε Too afraid to love you. Ίσως είχε δίκιο για μένα, ίσως φοβόμουν. Δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα παρά μόνο ότι την ήθελα δικιά μου και ότι ήμουν απόλυτα μεθυσμένος.
Πήγα στο μπαρ και πλήρωσα, χαιρετισα τα παιδιά και μπήρα το μπουφάν μου. Την είδα να χορεύει το τραγούδι, έπρεπε να το κάνω, έπρεπε για μένα, γι αυτή, για ένα γαμημένο καλύτερο μέλλον.
-Νεφέλη, ίσως είχες δίκιο.
-Για ποιο Στέφανε;
-Που δεν της είπα ποτέ πόσο τη γούσταρα και πόσο κάθε μέρα ήθελα να ξυπνάω δίπλα της, πόσο ήθελα να της δίνω να φοράει το φούτερ μου τις μέρες που βρέχει, πόσο ήθελα να τη φιλάω μέχρι να μουδιάσουν τα χείλη μου, πόσο πολύ ήθελα να την αγαπήσω.
Την είδα να δακρύζει.
-Πήγαινε σε αυτή τότε Στέφανε, πες της τα όλα αυτά.
-Νεφέλη, μόλις της τα είπα.
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014
Η ζωή στα 23- Ο χαμένος τα παίρνει όλα;
Είχα ήδη μια βδομάδα στην Αθήνα, είχα βρει το σπίτι κι είχα εγκατασταθεί σχετικά με ευκολία.
Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να μάθω να προσαρμόζομαι. Μου φαινόταν αρκετά δύσκολο να συνηθίσω από τους απόλυτα χαλλλλαρούς ρυθμούς της Θεσσαλονίκης στο συνεχές τρέξιμο της Αθήνας. Η γραφειοκρατία βέβαια είχε κάνει τη δουλειά της και μ'εμπόδιζε να ξεκινήσω άμεσα την πρακτική μου. Η Σοφία κι αυτή είχε βρει σπίτι δύο τετράγωνα πιο κάτω, οπότε ήμασταν σχεδόν γειτόνισσες, το οποίο το έκανε γενικά πιο εύκολο όλο αυτό. Συνηθίζαμε όταν δεν βγαίναμε να βλέπαμε διάφορες ταινίες και να ονειρευόμαστε ότι κι εμείς κάποτε θα ζούσαμε αυτή την ιδανική αγάπη. Συγκεκριμένα μια Τρίτη βράδυ βλέπαμε για δέκατη φορά το Υ.Γ Σ'ΑΓΑΠΩ και είχαμε εφοδιαστεί κατάλληλα με σοκολάτες και χαρτομάντηλα, δηλαδή τον κατάλληλο εξοπλισμό μιας πληγωμένης γεροντοκόρης. Έπειτα, καθόμασταν συζητούσαμε με τις ώρες και τα χαράματα πήγε σπίτι της.
Τότε, κάθισα και σκέφτηκα πόσο αφελείς είμαστε οι άνθρωποι και ειδικότερα εμείς οι γυναίκες που ονειρευόμασταν αυτά τα πράγματα. Μα το αξίζουμε, είμαι σίγουρη, αλλά φταίνε άλλα. Τότε απλά σκέφτηκα ότι ποτέ κανείς δεν έχει κάνει μια ταινία να δείχνει το τι απέγινε ο πληγωμένος της ιστορίας. Αρκούνται στο να μας δείχνουν τις ευτυχισμένες, γεμάτες έρωτα στιγμές της ταινίας ενώ ο προδωμένος, χωρισμένος, πρώην whatever, φεύγει από την ταινία σαν να μην υπήρχε εκεί ποτέ.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως αυτό είναι μια προπαγάνδα των αιώνια ερωτευμένων ανθρώπων, ίσως και να είναι έτσι. Έτσι κι αλλιώς, όλοι τα εύκολα θέλουμε, όχι κάτι να μας προβληματίσει. Αλλά πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να φεύγει απ΄την ταινία και κανείς μετά να μην το θυμάται, να είναι τόσο αδιάφορος ενώ ουσιαστικά κάποτε αποτελούσε ένα κομμάτι της πρωταγωνίστριας. Πολλές φορές τον αντιπαθούμε ή και τον λυπόμαστε. Αλλά γιατί ποτέ δεν μπαίνουμε στη θέση του; Αν έπαιζα σε κάποια ταινία σίγουρα θα ήμουν αυτός ο άνθρωπος, ο αόρατος. Δεν έχω νιώσει ποτέ τον απόλυτο έρωτα, αλλά θυμάμαι μια φορά είχα ερωτευτεί, είχα σχέση, είχα πονέσει κι όμως. Δε θα θελα ποτέ να νιώθουν οίκτο για μένα, αλλά πολλές φορές όταν στην ταινία ο χωρισμένος φύγει πιάνω τον εαυτό μου να λέω Α, τον καημενούλη. Αλλά για ποιο λόγο;
Αν γυρνούσαν μια ταινία τέτοια πιθανώς θα ήταν μια ταινία βασισμένη στο αλκοόλ, στο κλάμα, στην απόγνωση, στην αϋπνία. Αλλά τι; δεν θα είχε πωλήσεις; Δε θα ονειρευόμασταν; Ναι, μπορεί, αλλά θα τη ζούσαμε, θα μας κλόνιζε, θα λέγαμε Α, αυτό το έκανα κι εγώ.
Άρχισα να προβληματίζομαι κι αν όντως είναι έτσι; Κι αν αυτό έχει μπει τόσο μέσα στο μυαλό μου; Μόνο οι ευχάριστες στιγμές και όχι οι δυσάρεστες;
Κοίταξα το ρολόι μου κι είχε πάει σχεδόν 8 κι εγώ παρέμενα αύπνη και προβληματισμένη. Ο μόνος άνθρωπος που απωθούσα τόσο καιρό από τη μνήμη μου και το μυαλό μου ξαφνικά εμφανίστηκε. Ο Μάρκος. Ξαφνικά, σαν να είχα πέσει σε όνειρο σκέφτηκα μια ταινία στην οποία εγώ ετοιμαζόμουν να παντρευτώ το Μάρκο, αλλά γνωρίζει κάποια άλλη την ερωτεύεται και αποφασίζει εμένα στις τελευταίες σκηνές της ταινίας να με χωρίσει. Και τότε είδα το κοινό στο σινεμά, όλοι χάρηκαν που ο Μάρκος κατάφερε να βρει τον έρωτα της ζωής του, την άλλη κοπέλα δηλαδή, και για μένα καμία ή ελάχιστες σκέψεις. Ήμουν το εμπόδιο του Μάρκου, εγώ που θα έκανα τα πάντα γι αυτόν. Ήθελαν όλοι τόσο πολύ να φύγω απ΄την ταινία και κανα δυο ψιθύρισαν "θα βρει κι αυτή τον κατάλληλο". Τραγικό ε; Αυτοί είμαστε.
Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να μάθω να προσαρμόζομαι. Μου φαινόταν αρκετά δύσκολο να συνηθίσω από τους απόλυτα χαλλλλαρούς ρυθμούς της Θεσσαλονίκης στο συνεχές τρέξιμο της Αθήνας. Η γραφειοκρατία βέβαια είχε κάνει τη δουλειά της και μ'εμπόδιζε να ξεκινήσω άμεσα την πρακτική μου. Η Σοφία κι αυτή είχε βρει σπίτι δύο τετράγωνα πιο κάτω, οπότε ήμασταν σχεδόν γειτόνισσες, το οποίο το έκανε γενικά πιο εύκολο όλο αυτό. Συνηθίζαμε όταν δεν βγαίναμε να βλέπαμε διάφορες ταινίες και να ονειρευόμαστε ότι κι εμείς κάποτε θα ζούσαμε αυτή την ιδανική αγάπη. Συγκεκριμένα μια Τρίτη βράδυ βλέπαμε για δέκατη φορά το Υ.Γ Σ'ΑΓΑΠΩ και είχαμε εφοδιαστεί κατάλληλα με σοκολάτες και χαρτομάντηλα, δηλαδή τον κατάλληλο εξοπλισμό μιας πληγωμένης γεροντοκόρης. Έπειτα, καθόμασταν συζητούσαμε με τις ώρες και τα χαράματα πήγε σπίτι της.
Τότε, κάθισα και σκέφτηκα πόσο αφελείς είμαστε οι άνθρωποι και ειδικότερα εμείς οι γυναίκες που ονειρευόμασταν αυτά τα πράγματα. Μα το αξίζουμε, είμαι σίγουρη, αλλά φταίνε άλλα. Τότε απλά σκέφτηκα ότι ποτέ κανείς δεν έχει κάνει μια ταινία να δείχνει το τι απέγινε ο πληγωμένος της ιστορίας. Αρκούνται στο να μας δείχνουν τις ευτυχισμένες, γεμάτες έρωτα στιγμές της ταινίας ενώ ο προδωμένος, χωρισμένος, πρώην whatever, φεύγει από την ταινία σαν να μην υπήρχε εκεί ποτέ.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως αυτό είναι μια προπαγάνδα των αιώνια ερωτευμένων ανθρώπων, ίσως και να είναι έτσι. Έτσι κι αλλιώς, όλοι τα εύκολα θέλουμε, όχι κάτι να μας προβληματίσει. Αλλά πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να φεύγει απ΄την ταινία και κανείς μετά να μην το θυμάται, να είναι τόσο αδιάφορος ενώ ουσιαστικά κάποτε αποτελούσε ένα κομμάτι της πρωταγωνίστριας. Πολλές φορές τον αντιπαθούμε ή και τον λυπόμαστε. Αλλά γιατί ποτέ δεν μπαίνουμε στη θέση του; Αν έπαιζα σε κάποια ταινία σίγουρα θα ήμουν αυτός ο άνθρωπος, ο αόρατος. Δεν έχω νιώσει ποτέ τον απόλυτο έρωτα, αλλά θυμάμαι μια φορά είχα ερωτευτεί, είχα σχέση, είχα πονέσει κι όμως. Δε θα θελα ποτέ να νιώθουν οίκτο για μένα, αλλά πολλές φορές όταν στην ταινία ο χωρισμένος φύγει πιάνω τον εαυτό μου να λέω Α, τον καημενούλη. Αλλά για ποιο λόγο;
Αν γυρνούσαν μια ταινία τέτοια πιθανώς θα ήταν μια ταινία βασισμένη στο αλκοόλ, στο κλάμα, στην απόγνωση, στην αϋπνία. Αλλά τι; δεν θα είχε πωλήσεις; Δε θα ονειρευόμασταν; Ναι, μπορεί, αλλά θα τη ζούσαμε, θα μας κλόνιζε, θα λέγαμε Α, αυτό το έκανα κι εγώ.
Άρχισα να προβληματίζομαι κι αν όντως είναι έτσι; Κι αν αυτό έχει μπει τόσο μέσα στο μυαλό μου; Μόνο οι ευχάριστες στιγμές και όχι οι δυσάρεστες;
Κοίταξα το ρολόι μου κι είχε πάει σχεδόν 8 κι εγώ παρέμενα αύπνη και προβληματισμένη. Ο μόνος άνθρωπος που απωθούσα τόσο καιρό από τη μνήμη μου και το μυαλό μου ξαφνικά εμφανίστηκε. Ο Μάρκος. Ξαφνικά, σαν να είχα πέσει σε όνειρο σκέφτηκα μια ταινία στην οποία εγώ ετοιμαζόμουν να παντρευτώ το Μάρκο, αλλά γνωρίζει κάποια άλλη την ερωτεύεται και αποφασίζει εμένα στις τελευταίες σκηνές της ταινίας να με χωρίσει. Και τότε είδα το κοινό στο σινεμά, όλοι χάρηκαν που ο Μάρκος κατάφερε να βρει τον έρωτα της ζωής του, την άλλη κοπέλα δηλαδή, και για μένα καμία ή ελάχιστες σκέψεις. Ήμουν το εμπόδιο του Μάρκου, εγώ που θα έκανα τα πάντα γι αυτόν. Ήθελαν όλοι τόσο πολύ να φύγω απ΄την ταινία και κανα δυο ψιθύρισαν "θα βρει κι αυτή τον κατάλληλο". Τραγικό ε; Αυτοί είμαστε.
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014
Η ζωή στα 23- Αθήνα είσαι καμίνι.
Και να μαι εδώ, σαν την άδικη κατάρα καλοκαίρι να ψάχνω σπίτι στην Αθήνα.
Μια φορά είχα πει σ'έναν φίλο τι γνώμη έχει για τη κόλαση και μου είπε bitch please, έχεις ζήσει την Αθήνα τον Αύγουστο;
Μάλλον τώρα κάτι κατάλαβα.
Στα 23 μου λοιπόν και πιο γεροντοκόρη από ποτέ πρέπει να κάνω την πρακτική μου και κάποιο μεταπτυχιακό αν καταφέρω προφανώς να συνέλθω από τα ξενύχτια.
Γυρνάω στο Τίνα, το κανονικό μου είναι Σταματία, κάτι που δε θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω. Γενικά, θεωρώ πως οι γονείς μου ήθελαν να μείνω για πάντα ανύπαντρη και κάπως έτσι αποφάσισαν να με βγάλουν με αυτό το όνομα.
Τι έλεγα λοιπόν; Α ναι, 23 χρονών και χωρίς γκόμενο, περίεργος άνθρωπος και μοναχικός.
Όχι μόνη μου, απλά μοναχική. Έννοιες που συχνά συγχέονται.
Μεγάλωσα απότομα στην ηλικία των 15, όταν η μητέρα μου διαγνώσθηκε με καρκίνο.
Δε θυμάμαι και πολλά από εκείνη την περίοδο, γιατί ίσως ουσιαστικά δε ζούσα, μόνο ένιωθα.
Οι φίλες μου τότε, δε με βοήθησαν. Έπρεπε να το ξεπεράσω με τη βοήθεια του αδερφού μου και του πατέρα μου, ο οποίος όλη τη μέρα δούλευε.
Αλλά το βασικό ήταν ότι έπρεπε να το ξεπεράσω όλο αυτό μόνη μου. Βέβαια χρειαζόμουν βοήθεια, αλλά ήμουν εγωίστρια, έτσι κι αλλιώς το αντίκτυπο που θα μου άφηνε θα ήταν πολύ μεγάλο.
Έπρεπε να τα καταφέρω μόνη μου. Να αλλάξω μόνη μου.
Αποστασιοποιήθηκα από όλους και από όλα. Ήμουν δίπλα τους, αλλά δεν ένιωθα τίποτα γι αυτούς.
Ήμουν θυμωμένη με όλους που δεν μου έδιναν καμία σημασία, δεν έδειχναν να νοιάζονται και πολύ για το πρόβλημά μου.
Πολύ αργότερα βέβαια συνειδητοποίησα πως μερικές καταστάσεις δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε σε ορισμένες ηλικίες.
Είχα θυμό μέσα μου και κάπου εκεί νομίζω έχασα την ικανότητά μου να νιώθω, να αισθάνομαι, να συμπονώ ν'αγαπώ.
Ο καθένας έχει τα προβλήματά του, τα οποία αυτός ο ίδιος τα ορίζει και δίνει αυτή τη σημασία.
Ο καρκίνος ήταν δύσκολο πράγμα, πολύ μεγαλύτερο πράγμα από το να σκάω για ένα γκόμενο. Αλλά δεν κατηγορώ τις φίλες μου, γι αυτές το αν θα τις κοιτάξει ο Κωστάκης τότε,ήταν το μόνο τους πρόβλημα.
Και τότε όλα άλλαξαν, ξαφνικά χωρίς να το θέλω ωρίμασα. Θεωρούσα πολλές συμπεριφορές απαράδεκτες, όπως το να κάθομαι σ'ένα μπαράκι και να περιμένω να με κοιτάξει ο άλλος. Δε χρειαζόμουν κανέναν. Καθόμουν όμως, γιατί δε ξέρω γιατί. Ίσως γιατί μέσα σε αυτή την απότομη αλλαγή ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι παρέμενα ακόμα ένα παιδί, μια έφηβη. Ίσως γιατί, αν και μοναχική ποτέ δεν ήθελα να νιώσω παντελώς μόνη. Άκουγα τα προβλήματα όλων, έδινα συμβουλές, ανοιγόμουν, αλλά ως εκεί. Έπαιζα απλά ένα πολύ καλό θέατρο. Ακόμη και τώρα παρ όλα τα ανούσια σ'αγαπώ που ψιθύριζα ή που φώναζα, για λίγους ανθρώπους νοιάζομαι, για λίγους ανθρώπους το εννοώ.
Το χειρότερο είναι αυτό νομίζω για ένα κορίτσι. Είμαι ανίκανη να νιώσω αγάπη ή αν νιώσω δεν είμαι ποτέ σίγουρη αν όντως είναι αγάπη. Θαυμάζω την αγάπη, θαυμάζω την ικανότητα των ανθρώπων ν'αγαπούν, να ζουν ο ένας για τον άλλον, να αφήνουν τον εαυτό τους να ετεροκαθορίζεται. Απλά, δεν είναι για μένα.
Από τους λίγους ανθρώπους που αγαπώ είναι η κολλητή μου η Σοφία. Τόσο διαφορετικές και όμως τόσο ίδιες. Κυκλοθυμική όσο δεν πάει, αλλά χωρίς αυτή η ζωή μου δεν θα είχε νόημα. Επιλέγεις τους ανθρώπους που θέλεις να μοιράζεσαι τις στιγμές σου και επιλέγεις να πολεμήσεις γι αυτούς. Μέσα από τις τόσες λάθος επιλογές μου, ίσως έκανα την καλύτερη, γνώρισα τη Σοφία και την άφησα να με αγαπήσει και να την αγαπήσω. Μάλιστα, τώρα την κοιτάζω, κάθεται απέναντι μου στην καφετέρια και με κοιτάει με περίεργο ύφος, τύπου τι μαλακίες γράφει πάλι ενώ πρέπει να βρούμε σπίτι, αλλά δεν με νοιάζει. Είμαι αποφασισμένη να γράψω γι αυτή τη μίζερη ζωή μου.
Κοιτάζω τους δρόμους της Αθήνας και ω Θεέ μου φαίνονται τόσο άδειοι, όχι ότι δεν είναι αλλά το άλλο το άδειος, το χωρίς να είναι κάτι επωφελές. Θα μου λείψει η Θεσσαλονίκη πολύ, η πόλη που σπούδασα, που πέρασα την καλύτερη περίοδο της ζωής μου, τα φοιτητικά μου χρόνια.
Ξαφνικά, πρέπει να δουλέψω, να βγάλω χρήματα.
Ω Θεέ, είμαι πολύ όμορφη για όλα αυτά.
Πρέπει να φύγω τώρα, θα γράψω όταν βρω ένα σανίδι να ακουμπήσω τον κώλο μου, ένα σανίδι που να περικλείεται και από κάποιος τοίχους.
Μια φορά είχα πει σ'έναν φίλο τι γνώμη έχει για τη κόλαση και μου είπε bitch please, έχεις ζήσει την Αθήνα τον Αύγουστο;
Μάλλον τώρα κάτι κατάλαβα.
Στα 23 μου λοιπόν και πιο γεροντοκόρη από ποτέ πρέπει να κάνω την πρακτική μου και κάποιο μεταπτυχιακό αν καταφέρω προφανώς να συνέλθω από τα ξενύχτια.
Γυρνάω στο Τίνα, το κανονικό μου είναι Σταματία, κάτι που δε θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω. Γενικά, θεωρώ πως οι γονείς μου ήθελαν να μείνω για πάντα ανύπαντρη και κάπως έτσι αποφάσισαν να με βγάλουν με αυτό το όνομα.
Τι έλεγα λοιπόν; Α ναι, 23 χρονών και χωρίς γκόμενο, περίεργος άνθρωπος και μοναχικός.
Όχι μόνη μου, απλά μοναχική. Έννοιες που συχνά συγχέονται.
Μεγάλωσα απότομα στην ηλικία των 15, όταν η μητέρα μου διαγνώσθηκε με καρκίνο.
Δε θυμάμαι και πολλά από εκείνη την περίοδο, γιατί ίσως ουσιαστικά δε ζούσα, μόνο ένιωθα.
Οι φίλες μου τότε, δε με βοήθησαν. Έπρεπε να το ξεπεράσω με τη βοήθεια του αδερφού μου και του πατέρα μου, ο οποίος όλη τη μέρα δούλευε.
Αλλά το βασικό ήταν ότι έπρεπε να το ξεπεράσω όλο αυτό μόνη μου. Βέβαια χρειαζόμουν βοήθεια, αλλά ήμουν εγωίστρια, έτσι κι αλλιώς το αντίκτυπο που θα μου άφηνε θα ήταν πολύ μεγάλο.
Έπρεπε να τα καταφέρω μόνη μου. Να αλλάξω μόνη μου.
Αποστασιοποιήθηκα από όλους και από όλα. Ήμουν δίπλα τους, αλλά δεν ένιωθα τίποτα γι αυτούς.
Ήμουν θυμωμένη με όλους που δεν μου έδιναν καμία σημασία, δεν έδειχναν να νοιάζονται και πολύ για το πρόβλημά μου.
Πολύ αργότερα βέβαια συνειδητοποίησα πως μερικές καταστάσεις δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε σε ορισμένες ηλικίες.
Είχα θυμό μέσα μου και κάπου εκεί νομίζω έχασα την ικανότητά μου να νιώθω, να αισθάνομαι, να συμπονώ ν'αγαπώ.
Ο καθένας έχει τα προβλήματά του, τα οποία αυτός ο ίδιος τα ορίζει και δίνει αυτή τη σημασία.
Ο καρκίνος ήταν δύσκολο πράγμα, πολύ μεγαλύτερο πράγμα από το να σκάω για ένα γκόμενο. Αλλά δεν κατηγορώ τις φίλες μου, γι αυτές το αν θα τις κοιτάξει ο Κωστάκης τότε,ήταν το μόνο τους πρόβλημα.
Και τότε όλα άλλαξαν, ξαφνικά χωρίς να το θέλω ωρίμασα. Θεωρούσα πολλές συμπεριφορές απαράδεκτες, όπως το να κάθομαι σ'ένα μπαράκι και να περιμένω να με κοιτάξει ο άλλος. Δε χρειαζόμουν κανέναν. Καθόμουν όμως, γιατί δε ξέρω γιατί. Ίσως γιατί μέσα σε αυτή την απότομη αλλαγή ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι παρέμενα ακόμα ένα παιδί, μια έφηβη. Ίσως γιατί, αν και μοναχική ποτέ δεν ήθελα να νιώσω παντελώς μόνη. Άκουγα τα προβλήματα όλων, έδινα συμβουλές, ανοιγόμουν, αλλά ως εκεί. Έπαιζα απλά ένα πολύ καλό θέατρο. Ακόμη και τώρα παρ όλα τα ανούσια σ'αγαπώ που ψιθύριζα ή που φώναζα, για λίγους ανθρώπους νοιάζομαι, για λίγους ανθρώπους το εννοώ.
Το χειρότερο είναι αυτό νομίζω για ένα κορίτσι. Είμαι ανίκανη να νιώσω αγάπη ή αν νιώσω δεν είμαι ποτέ σίγουρη αν όντως είναι αγάπη. Θαυμάζω την αγάπη, θαυμάζω την ικανότητα των ανθρώπων ν'αγαπούν, να ζουν ο ένας για τον άλλον, να αφήνουν τον εαυτό τους να ετεροκαθορίζεται. Απλά, δεν είναι για μένα.
Από τους λίγους ανθρώπους που αγαπώ είναι η κολλητή μου η Σοφία. Τόσο διαφορετικές και όμως τόσο ίδιες. Κυκλοθυμική όσο δεν πάει, αλλά χωρίς αυτή η ζωή μου δεν θα είχε νόημα. Επιλέγεις τους ανθρώπους που θέλεις να μοιράζεσαι τις στιγμές σου και επιλέγεις να πολεμήσεις γι αυτούς. Μέσα από τις τόσες λάθος επιλογές μου, ίσως έκανα την καλύτερη, γνώρισα τη Σοφία και την άφησα να με αγαπήσει και να την αγαπήσω. Μάλιστα, τώρα την κοιτάζω, κάθεται απέναντι μου στην καφετέρια και με κοιτάει με περίεργο ύφος, τύπου τι μαλακίες γράφει πάλι ενώ πρέπει να βρούμε σπίτι, αλλά δεν με νοιάζει. Είμαι αποφασισμένη να γράψω γι αυτή τη μίζερη ζωή μου.
Κοιτάζω τους δρόμους της Αθήνας και ω Θεέ μου φαίνονται τόσο άδειοι, όχι ότι δεν είναι αλλά το άλλο το άδειος, το χωρίς να είναι κάτι επωφελές. Θα μου λείψει η Θεσσαλονίκη πολύ, η πόλη που σπούδασα, που πέρασα την καλύτερη περίοδο της ζωής μου, τα φοιτητικά μου χρόνια.
Ξαφνικά, πρέπει να δουλέψω, να βγάλω χρήματα.
Ω Θεέ, είμαι πολύ όμορφη για όλα αυτά.
Πρέπει να φύγω τώρα, θα γράψω όταν βρω ένα σανίδι να ακουμπήσω τον κώλο μου, ένα σανίδι που να περικλείεται και από κάποιος τοίχους.
Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014
Sometimes.
Όταν περνάς καλά
Όταν αγαπάς αληθινά
Όταν σ'αγαπούν γι αυτό που είσαι
Όταν γελάς με τη ψυχή σου
Όταν βλέπεις ταινίες που λατρεύεις
Όταν ακούς τραγούδια που σε κάνουν να ονειρεύεσαι
Όταν κάνεις πλάκα στους κολλητούς σου
Όταν δέχεσαι την πλάκα από αυτούς
Όταν οι γονείς σου είναι πάντα εκεί
Όταν τα αδέρφια σου σε καταλαβαίνουν περισσότερο απ τον καθένα
Όταν ταξιδεύεις
Όταν αφήνεις τον αέρα να σε χτυπήσει καθώς βγάζεις το κεφάλι έξω απ'το παράθυρο
Όταν πας διακοπές με φίλους
Όταν πας διακοπές με τον έρωτά σου
Όταν δέχεσαι το πρώτο σου φιλί
Όταν κάνεις για πρώτη φορά έρωτα
Όταν κάνεις παθιασμένο σεξ
Όταν ερωτεύεσαι για πρώτη φορά
Όταν χωρίζεις
Όταν φεύγεις από κάτι που δεν θες
Όταν αφήνεις πίσω σου κάποιον/ κάτι που όντως δεν άξιζε
Όταν σου μίλησε για πρώτη φορά
Όταν πήγες στην πρώτη συναυλία
Όταν έκλαιγες μαζί με φίλους
Όταν έφαγες κάτι που το ήθελες καιρό
Όταν ήπιες πολύ
Όταν χόρεψες πολύ
Όταν σήκωσες τη φωνή σου για πρώτη φορά
Όταν άρχισες το σχολείο
Όταν το τελείωσες
Όταν πήγες στη σχολή
Όταν έφυγες από αυτή
Όταν έφυγε από τη ζωή ένα αγαπημένο σου πρόσωπο
Όταν ήρθε στη ζωή ένα άλλο
Sometimes... Απλά νιώθεις, δεν σκέφτεσαι.
Sometimes when i look deep in your eyes, i swear i can see your soul.
Να δίνεστε, αυτό.
http://www.youtube.com/watch?v=ejU5YAHN3vQ
Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014
Η κλεψύδρα.
Ήταν επίσημα πλέον η μέρα που η ώρα άλλαξε. Όχι άλλαζε,
άλλαξε, για μένα εκείνη τη μία και μοναδική φορά. Γινόταν πιο μικρή, χειμώνιαζε
δηλαδή. Η νύχτα επομένως μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε κι η μοναξιά μου. Τη μέρα
ξεχνιόμουν αλλά τη νύχτα κάθε φορά που ξάπλωνα εμφανιζόσουν μπροστά μου. Δεν το
έχω πει σε κανέναν αλλά έχω δύο μαξιλάρια επίτηδες. Το ένα το έχω για να
στηρίζω το κεφάλι μου και το άλλο για να το παίρνω αγκαλιά και να του μιλάω για
διάφορα, έστω και να μην μιλάω απλά να κλαίω όπως έκανα σε σένα παλιά. Δεν το
έχω παραδεχτεί ποτέ αλλά είσαι ο μόνος άντρας που ποτέ αγάπησα. Και αυτό για
πολλά πράγματα που δεν έχουν σημασία εφόσον πλέον τα γνωρίζω εγώ.
Εκείνη τη μέρα, ή μάλλον βράδυ μου έλειπες αφόρητα. Θυμήθηκα
εκείνο το τελευταίο βράδυ μας και νευρίασα γιατί ποτέ δεν έκανα και δεν είπα
αυτά που ήθελα. Κοίταξα το ρολόι, ήταν μία η ώρα. Μου ήρθε μια τρελή ιδέα.
Έπρεπε να το κάνω για μένα, για σένα αλλά κυρίως για μας επειδή το αξίζαμε.
Σηκώθηκα κι άνοιξα τον υπολογιστή, μπήκα στο προφίλ σου στο facebook και
ευτυχώς για καλή μου τύχη ή λόγω καγκουριάς των φίλων σου υπήρχε ένα check-in. Το ήξερα το μαγαζί, έπρεπε να
βιαστώ. Ετοιμάστηκα γρήγορα και πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό με θεωρούσα ξανά
όμορφη. Βγήκα έξω και περίμενα να περάσει ταξί. Κοίταξα το ρολόι μου ήταν ήδη
2,30. Θα έκανα πολλή ώρα να φτάσω και θα μου έφευγαν πολλά λεφτά αλλά έπρεπε να
το κάνω.
Ήταν 3 παρά κάτι λίγο όταν μπήκα στο μαγαζί. Κάποιοι που
καθόντουσαν στην είσοδο γύρισαν με κοίταξαν και κάτι είπαν μεταξύ τους. Δεν
έδωσα σημασία, έψαξα να σε βρω. Προχωρούσα μέσα στο μαγαζί όταν είδα το Γιάννη
το φίλο σου. Με κοίταξε κι αυτός και έμεινε έκπληκτος, τον πλησίασα.
-Επ Γιάννη, τι κάνεις;
-Πλάκα κάνεις τώρα, πού βρέθηκες εσύ εδώ;
Και ξαφνικά άνοιξε ο κύκλος και σε είδα. Η καρδιά μου έπαψε
να χτυπά για ένα δευτερόλεπτο κι ήμουν σίγουρη πως το ένιωσες κι εσύ αυτό. Σε
πλησίασα και κοίταξα το ρολόι μου, ήταν ακριβώς 3.
-Γεια σου ψηλέ
-Μικρή; Τι κάνεις εδώ;
-Για σένα ήρθα. Έλα μαζί μου.
-Να κάνουμε τι;
-Έλα.
Με κοίταξες για λίγα δευτερόλεπτα και άρπαξες το μπουφάν
σου, ψέλλισες κάτι στους φίλους σου κι έπιασες το χέρι μου.
-Πού πάμε;
-Who cares?
Γέλασε και βγήκαμε έξω. Περπατούσαμε χωρίς να μιλάμε κι
ακόμα μου κρατούσες το χέρι. Περπατούσαμε λίγο όταν είδα ένα πάρκο.
-Πάμε να κάνουμε κούνια
-Μικρή τι λες; Γέρασα
-Όλοι ψάχνουμε μια δικαιολογία να κάνουμε κούνια, έλα μωρέ
γεροξεκούτη
Άρχισα να τρέχω και με ακολούθησες, γελούσαμε πολύ, σαν
μικρά παιδιά. Όλα γύρω φαίνονταν αδιάφορα σαν να μην υπήρχε ποτέ κανένας.
Κάναμε κούνια και κοιταζόμασταν στα μάτια. Σηκώθηκα και κάθισα στα πόδια του,
τυλίγοντας τα δικά μου γύρω από τη μέση του.
-Γιατί ήρθες σήμερα;
-Μας δίνω την ευκαιρία που ποτέ δεν είχαμε
-Σε ποιο πράγμα;
-Σ’αγαπώ. Πάντα σ’αγαπούσα. Συγνώμη.
Βούρκωσαν τα μάτια μας γιατί δεν χωρούσαν άλλα συναισθήματα.
-Είσαι πολύ όμορφη
-Εσύ; Εσύ δεν μ’αγαπάς;
-Γιατί ζητάς την επιβεβαίωση;
-Δεν έχεις ανάγκη εσύ μήπως από συναισθήματα;
-Σ’αγαπάω. Καμία δεν είναι σαν εσένα
-Τόσο γκρινιάρα;
-Τόσο και παραπάνω. Φίλησέ με
Και φιληθήκαμε και η καρδιά μου κόντευε να βγει απ’ το σώμα
μου. Σταματήσαμε για να σου μιλήσω ξανά
-Δεν είναι κρίμα να είμαστε χώρια;
-Η ιστορία μας έκανε τον κύκλο της, δεν έχω κάτι άλλο να σου
δώσω μικρή
-Δεν μου έδωσες και πολλά, μόνη μου αγαπούσα, μόνη μου
έδειχνα
-Δεν με κατάλαβες ακόμη; Θα με βαρεθείς
-Όταν ξαπλώνω και κλείνω τα μάτια πάντα είσαι εκεί
-Δεν αντέχω τη μέρα μου όταν ξυπνάω και δεν είσαι εκεί να
φτιάχνεις καφέ και να τραγουδάς
-Δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλον, δεν αντέχουμε ο ένας χωρίς
τον άλλον, τι περιπτωσάρες είμαστε εμείς μου λες;
-Θ’ αρραβωνιαστώ μικρή, οι γονείς μου με πιέζουν, βρήκα μια
κοπέλα, καλή είναι
Ο αέρας έφυγε από την ατμόσφαιρα ξαφνικά.
-Μην το κάνεις, έλα να ζήσουμε μαζί
-Είσαι μόνο 23 και εγώ 32 τι μέλλον έχουμε;
-Τρια άσχημα παιδάκια
-Δεν γίνεται μικρή, δεν είναι το γραφτό μας. Πάμε τώρα
-Φίλησέ με
Φιλιόμασταν κοίταξα την ώρα και ήταν 4 παρά είκοσι.
-Πάμε πρέπει να γυρίσεις στα παιδιά
-Εσύ; Σε ποιον θα γυρίσεις;
-Στην ανάμνησή σου
Κατέβηκα από πάνω του και προχώρησα αρκετά χωρίς να κοιτάω
πίσω, χωρίς να κρατάω το χέρι του. Ένιωθα καλά, ένιωθα 100 κιλά πιο ελαφριά κι όμως
δεν ήθελα να σκέφτομαι πως θα ήταν με άλλη. Δε γινόταν.
-Δε γίνεται να είσαι με άλλη
-Δε θέλω να είμαι με άλλη αλλά πληγώθηκα, υπέφερα
-Και γιατί δεν ήρθες να με βρεις;
-Σ’ευχαριστώ για το σημερινό.
Κοίταξα κι είχαμε φτάσει έξω από το μαγαζί.
-Ποιο σημερινό;
-Που ήρθες εδώ να με βρεις, να το τελειώσουμε σωστά
-Μα τι λες; Πότε ήρθα;
-Με δουλεύεις μικρή; Στις τρεις δεν ήρθες
-Τρεις είναι τώρα, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.
Γέλασα και του έκλεισα το μάτι. Ήταν όντως τρεις, ήταν σαν
να μη συνέβη ποτέ όλο αυτό κι όμως έγινε. Χαμογέλασα με το πώς το είχα καταφέρει
να ξεγελάσω το χρόνο. Μπήκα στο πρώτο ταξί που πέρασε και πήγα σπίτι. Έβγαλα τα
ρούχα και ξάπλωσα, κοίταξα το μαξιλάρι αλλά δεν είχα την ανάγκη να το πάρω
αγκαλιά. Στριφογύρισα στο κρεβάτι μέχρι να το συνειδητοποιήσω όλο αυτό και
άκουσα το κινητό μου να χτυπάει, είχα ένα μήνυμα.
-Μόλις χώρισα, πέτα την ανάμνηση, έλα να φτιάξουμε μια
καινούργια
-Σε περιμένω σπίτι
Υ.Γ Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό με την ώρα και λοιπά, αλλά το
πιάσατε το υπονοούμενο, ευχαριστώ.
Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014
Τρεμοπαίζω.
Καμιά φορά είμαι πολύ μελαγχολική.
Όλα μου φταίνε, όλα μου φαίνονται τόσο μάταια.
Σήμερα το βράδυ είναι ένα τέτοιο βράδυ.
Κλείνω τα φώτα γιατί το φως με τυφλώνει.
Θέλω σκοτάδι.
Τα μάτια εκεί δακρύζουν και δεν φαίνεται τίποτα.
Το σκοτάδι τα καλύπτει όλα.
Τα φώτα της πόλης μου φαίνονται τόσο ζωηρά, τόσο έντονα τόσο γεμάτα ζωή.
Δεν τα αντέχω.
Καλύτερα στο σκοτάδι.
Θα μου άρεσε να ήσουν κι εσύ εδώ, ξαπλωμένος να προσπαθώ με τα χέρια να σ αγγίξω.
Δεν θέλω να σε δω, μόνο να σε αγγίξω και να με αγγίξεις.
Ωραίο πράγμα το σκοτάδι γεμάτο μυστήριο.
Μα, τώρα που το σκέφτομαι, οι ήχοι ακούγονται.
Θα ακουστεί το αναφιλητό απ'τα δάκρυα, η καρδιά μου να χτυπάει δυνατά καθώς σε αγγίζω.
Τα συναισθήματα δεν κρύβονται είτε στο φως, είτε στο σκοτάδι.
Είναι εκεί, υπάρχουν, τα κουβαλάμε μέσα μας.
Υ.Γ Πάει ένας μήνας να σε δω και μου λείπεις. ΠΟΛΥ.
Όλα μου φταίνε, όλα μου φαίνονται τόσο μάταια.
Σήμερα το βράδυ είναι ένα τέτοιο βράδυ.
Κλείνω τα φώτα γιατί το φως με τυφλώνει.
Θέλω σκοτάδι.
Τα μάτια εκεί δακρύζουν και δεν φαίνεται τίποτα.
Το σκοτάδι τα καλύπτει όλα.
Τα φώτα της πόλης μου φαίνονται τόσο ζωηρά, τόσο έντονα τόσο γεμάτα ζωή.
Δεν τα αντέχω.
Καλύτερα στο σκοτάδι.
Θα μου άρεσε να ήσουν κι εσύ εδώ, ξαπλωμένος να προσπαθώ με τα χέρια να σ αγγίξω.
Δεν θέλω να σε δω, μόνο να σε αγγίξω και να με αγγίξεις.
Ωραίο πράγμα το σκοτάδι γεμάτο μυστήριο.
Μα, τώρα που το σκέφτομαι, οι ήχοι ακούγονται.
Θα ακουστεί το αναφιλητό απ'τα δάκρυα, η καρδιά μου να χτυπάει δυνατά καθώς σε αγγίζω.
Τα συναισθήματα δεν κρύβονται είτε στο φως, είτε στο σκοτάδι.
Είναι εκεί, υπάρχουν, τα κουβαλάμε μέσα μας.
Υ.Γ Πάει ένας μήνας να σε δω και μου λείπεις. ΠΟΛΥ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
