Liberta e Sogni.

ποιοι είμαστε αλήθεια; οι σούπερ ήρωες ή η κρυφή τους ταυτότητα;

Άσιμος.

Ανθρώπους ψάχνουμε όχι ιδεολογίες.
Ανθρώπους να'χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη.
Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω.
Ανθρώπους έστω με καρδιά.
Ας είναι δικηγόροι, παπάδες και αστυνόμοι.
Ας είναι και χαφιέδες, κομουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.

Cos'there's still magic in this world..

Cos'there's still magic in this world..
"drunk fairies on magic potions, beautiful witches and old pirates... They all come to life when the music starts."

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η κλεψύδρα.

Ήταν επίσημα πλέον η μέρα που η ώρα άλλαξε. Όχι άλλαζε, άλλαξε, για μένα εκείνη τη μία και μοναδική φορά. Γινόταν πιο μικρή, χειμώνιαζε δηλαδή. Η νύχτα επομένως μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε κι η μοναξιά μου. Τη μέρα ξεχνιόμουν αλλά τη νύχτα κάθε φορά που ξάπλωνα εμφανιζόσουν μπροστά μου. Δεν το έχω πει σε κανέναν αλλά έχω δύο μαξιλάρια επίτηδες. Το ένα το έχω για να στηρίζω το κεφάλι μου και το άλλο για να το παίρνω αγκαλιά και να του μιλάω για διάφορα, έστω και να μην μιλάω απλά να κλαίω όπως έκανα σε σένα παλιά. Δεν το έχω παραδεχτεί ποτέ αλλά είσαι ο μόνος άντρας που ποτέ αγάπησα. Και αυτό για πολλά πράγματα που δεν έχουν σημασία εφόσον πλέον τα γνωρίζω εγώ.
Εκείνη τη μέρα, ή μάλλον βράδυ μου έλειπες αφόρητα. Θυμήθηκα εκείνο το τελευταίο βράδυ μας και νευρίασα γιατί ποτέ δεν έκανα και δεν είπα αυτά που ήθελα. Κοίταξα το ρολόι, ήταν μία η ώρα. Μου ήρθε μια τρελή ιδέα. Έπρεπε να το κάνω για μένα, για σένα αλλά κυρίως για μας επειδή το αξίζαμε. Σηκώθηκα κι άνοιξα τον υπολογιστή, μπήκα στο προφίλ σου στο facebook και ευτυχώς για καλή μου τύχη ή λόγω καγκουριάς των φίλων σου υπήρχε ένα check-in. Το ήξερα το μαγαζί, έπρεπε να βιαστώ. Ετοιμάστηκα γρήγορα και πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό με θεωρούσα ξανά όμορφη. Βγήκα έξω και περίμενα να περάσει ταξί. Κοίταξα το ρολόι μου ήταν ήδη 2,30. Θα έκανα πολλή ώρα να φτάσω και θα μου έφευγαν πολλά λεφτά αλλά έπρεπε να το κάνω.
Ήταν 3 παρά κάτι λίγο όταν μπήκα στο μαγαζί. Κάποιοι που καθόντουσαν στην είσοδο γύρισαν με κοίταξαν και κάτι είπαν μεταξύ τους. Δεν έδωσα σημασία, έψαξα να σε βρω. Προχωρούσα μέσα στο μαγαζί όταν είδα το Γιάννη το φίλο σου. Με κοίταξε κι αυτός και έμεινε έκπληκτος, τον πλησίασα.
-Επ Γιάννη, τι κάνεις;
-Πλάκα κάνεις τώρα, πού βρέθηκες εσύ εδώ;
Και ξαφνικά άνοιξε ο κύκλος και σε είδα. Η καρδιά μου έπαψε να χτυπά για ένα δευτερόλεπτο κι ήμουν σίγουρη πως το ένιωσες κι εσύ αυτό. Σε πλησίασα και κοίταξα το ρολόι μου, ήταν ακριβώς 3.
-Γεια σου ψηλέ
-Μικρή; Τι κάνεις εδώ;
-Για σένα ήρθα. Έλα μαζί μου.
-Να κάνουμε τι;
-Έλα.
Με κοίταξες για λίγα δευτερόλεπτα και άρπαξες το μπουφάν σου, ψέλλισες κάτι στους φίλους σου κι έπιασες το χέρι μου.
-Πού πάμε;
-Who cares?
Γέλασε και βγήκαμε έξω. Περπατούσαμε χωρίς να μιλάμε κι ακόμα μου κρατούσες το χέρι. Περπατούσαμε λίγο όταν είδα ένα πάρκο.
-Πάμε να κάνουμε κούνια
-Μικρή τι λες; Γέρασα
-Όλοι ψάχνουμε μια δικαιολογία να κάνουμε κούνια, έλα μωρέ γεροξεκούτη
Άρχισα να τρέχω και με ακολούθησες, γελούσαμε πολύ, σαν μικρά παιδιά. Όλα γύρω φαίνονταν αδιάφορα σαν να μην υπήρχε ποτέ κανένας. Κάναμε κούνια και κοιταζόμασταν στα μάτια. Σηκώθηκα και κάθισα στα πόδια του, τυλίγοντας τα δικά μου γύρω από τη μέση του.
-Γιατί ήρθες σήμερα;
-Μας δίνω την ευκαιρία που ποτέ δεν είχαμε
-Σε ποιο πράγμα;
-Σ’αγαπώ. Πάντα σ’αγαπούσα. Συγνώμη.
Βούρκωσαν τα μάτια μας γιατί δεν χωρούσαν άλλα συναισθήματα.
-Είσαι πολύ όμορφη
-Εσύ; Εσύ δεν μ’αγαπάς;
-Γιατί ζητάς την επιβεβαίωση;
-Δεν έχεις ανάγκη εσύ μήπως από συναισθήματα;
-Σ’αγαπάω. Καμία δεν είναι σαν εσένα
-Τόσο γκρινιάρα;
-Τόσο και παραπάνω. Φίλησέ με
Και φιληθήκαμε και η καρδιά μου κόντευε να βγει απ’ το σώμα μου. Σταματήσαμε για να σου μιλήσω ξανά
-Δεν είναι κρίμα να είμαστε χώρια;
-Η ιστορία μας έκανε τον κύκλο της, δεν έχω κάτι άλλο να σου δώσω μικρή
-Δεν μου έδωσες και πολλά, μόνη μου αγαπούσα, μόνη μου έδειχνα
-Δεν με κατάλαβες ακόμη; Θα με βαρεθείς
-Όταν ξαπλώνω και κλείνω τα μάτια πάντα είσαι εκεί
-Δεν αντέχω τη μέρα μου όταν ξυπνάω και δεν είσαι εκεί να φτιάχνεις καφέ και να τραγουδάς
-Δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλον, δεν αντέχουμε ο ένας χωρίς τον άλλον, τι περιπτωσάρες είμαστε εμείς μου λες;
-Θ’ αρραβωνιαστώ μικρή, οι γονείς μου με πιέζουν, βρήκα μια κοπέλα, καλή είναι
Ο αέρας έφυγε από την ατμόσφαιρα ξαφνικά.
-Μην το κάνεις, έλα να ζήσουμε μαζί
-Είσαι μόνο 23 και εγώ 32 τι μέλλον έχουμε;
-Τρια άσχημα παιδάκια
-Δεν γίνεται μικρή, δεν είναι το γραφτό μας. Πάμε τώρα
-Φίλησέ με
Φιλιόμασταν κοίταξα την ώρα και ήταν 4 παρά είκοσι.
-Πάμε πρέπει να γυρίσεις στα παιδιά
-Εσύ; Σε ποιον θα γυρίσεις;
-Στην ανάμνησή σου
Κατέβηκα από πάνω του και προχώρησα αρκετά χωρίς να κοιτάω πίσω, χωρίς να κρατάω το χέρι του. Ένιωθα καλά, ένιωθα 100 κιλά πιο ελαφριά κι όμως δεν ήθελα να σκέφτομαι πως θα ήταν με άλλη. Δε γινόταν.
-Δε γίνεται να είσαι με άλλη
-Δε θέλω να είμαι με άλλη αλλά πληγώθηκα, υπέφερα
-Και γιατί δεν ήρθες να με βρεις;
-Σ’ευχαριστώ για το σημερινό.
Κοίταξα κι είχαμε φτάσει έξω από το μαγαζί.
-Ποιο σημερινό;
-Που ήρθες εδώ να με βρεις, να το τελειώσουμε σωστά
-Μα τι λες; Πότε ήρθα;
-Με δουλεύεις μικρή; Στις τρεις δεν ήρθες
-Τρεις είναι τώρα, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.
Γέλασα και του έκλεισα το μάτι. Ήταν όντως τρεις, ήταν σαν να μη συνέβη ποτέ όλο αυτό κι όμως έγινε. Χαμογέλασα με το πώς το είχα καταφέρει να ξεγελάσω το χρόνο. Μπήκα στο πρώτο ταξί που πέρασε και πήγα σπίτι. Έβγαλα τα ρούχα και ξάπλωσα, κοίταξα το μαξιλάρι αλλά δεν είχα την ανάγκη να το πάρω αγκαλιά. Στριφογύρισα στο κρεβάτι μέχρι να το συνειδητοποιήσω όλο αυτό και άκουσα το κινητό μου να χτυπάει, είχα ένα μήνυμα.
-Μόλις χώρισα, πέτα την ανάμνηση, έλα να φτιάξουμε μια καινούργια
-Σε περιμένω σπίτι




Υ.Γ Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό με την ώρα και λοιπά, αλλά το πιάσατε το υπονοούμενο, ευχαριστώ.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Τρεμοπαίζω.

Καμιά φορά είμαι πολύ μελαγχολική.
Όλα μου φταίνε, όλα μου φαίνονται τόσο μάταια.
Σήμερα το βράδυ είναι ένα τέτοιο βράδυ.
Κλείνω τα φώτα γιατί το φως με τυφλώνει.
Θέλω σκοτάδι.
Τα μάτια εκεί δακρύζουν και δεν φαίνεται τίποτα.
Το σκοτάδι τα καλύπτει όλα.
Τα φώτα της πόλης μου φαίνονται τόσο ζωηρά, τόσο έντονα τόσο γεμάτα ζωή.
Δεν τα αντέχω.
Καλύτερα στο σκοτάδι.
Θα μου άρεσε να ήσουν κι εσύ εδώ, ξαπλωμένος να προσπαθώ με τα χέρια να σ αγγίξω.
Δεν θέλω να σε δω, μόνο να σε αγγίξω και να με αγγίξεις.
Ωραίο πράγμα το σκοτάδι γεμάτο μυστήριο.
Μα, τώρα που το σκέφτομαι, οι ήχοι ακούγονται.
Θα ακουστεί το αναφιλητό απ'τα δάκρυα, η καρδιά μου να χτυπάει δυνατά καθώς σε αγγίζω.
Τα συναισθήματα δεν κρύβονται είτε στο φως, είτε στο σκοτάδι.
Είναι εκεί, υπάρχουν, τα κουβαλάμε μέσα μας.


Υ.Γ Πάει ένας μήνας να σε δω και μου λείπεις. ΠΟΛΥ.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Η γυναίκα.

La guerra, ή αλλιώς ο πόλεμος. Αυτός μωρέ, ο εσωτερικός.
Ήμουν λίγο καιρό στην εταιρία αλλά αρκετό για να καταλάβω πως μετά από πολλά χρόνια ήμουν ερωτευμένος.
Συνήθως ένιωθα πως εγώ ήμουν ο έξυπνος, ο κυνικός, ο άνθρωπος της ατάκας, ο είρωνας, αυτός που όλοι μισούσαν αλλά όλοι τον είχαν ανάγκη.
Άρεσε στις γυναίκες αυτό, μου άρεσαν και εμένα οι γυναίκες άρα θεωρούσα τον εαυτό μου κάπως βολεμένο.
Δεν ήταν λοιπόν, πριν μόνο 4 μήνες που περίμενα τη μεγάλη ανέλιξη, τη μεγάλη προαγωγή.
Διευθυντής εγώ; Μου ταίριαζε. Κάπνιζα λίγο από το στριφτό μου τσιγάρο κι ένιωθα την κάθε ρουφηξιά σαν να μου αφαιρεί ένα δευτερόλεπτο απ τη ζωή αλλά το αγνοούσα.
Είχα μάθει να παίρνω διαζύγιο από τα συναισθήματά μου όταν ήμουν μικρός ακόμα.
Βούρτισα ξανά τα δόντια μου και κοιτάχτηκα για τελευταία φορά στον καθρέφτη.
Ήμουν κούκλος, φυσικά.
Πήρα την τσάντα και κατευθύνθηκα προς το γκαράζ.
Συνάντησα την κοπέλα από τον τρίτο, ποτέ δεν συγκρατούσα το όνομά της όσες φορές κι αν είχαμε πηδηχτεί.
Τρελαινόμουν να βλέπω στα μάτια της την απόγνωση, την λαχτάρα για να τη ναγγίξω.
Για μένα ήταν όμως άλλο ένα άψυχο κορμί.
Καμιά φορά σκεφτόμουν αν θα χτυπούσε η καρδιά μου ποτέ ξανά, αλλά μετά χτυπούσε το τηλέφωνό μου από κάποια από αυτές και έπειτα ενεργούσε το κάτω κεφάλι.
Της έκλεισα το μάτι και παρατήρησα την κίνηση του στόματός της πρόθυμο να μου μιλήσει, αλλά φυσικά και έστρεψα το κεφάλι μου αλλού.
"So boooring". 
Γρήγορα μπήκα στο αμάξι και έφτασα στη δουλειά. Λεφτά δεν μου έλειπαν, είχα από τους δικούς μου απλά το έβλεπα όλο σαν ένα χόμπι, σαν κάτι να με κρατάει "ζεστό" τις ημέρες.
Μπήκα στην εταιρία με τον γνωστό μου σνομπ αέρα σκανάροντας κυρίως τις γυναίκες, αχ όλες ήταν τόσο αδιάφορες. Αλλά δεν μ'ένοιαζε, όχι εκείνη τη μέρα. Ήταν η μέρα που θα γινόμουν διευθυντής.
Αστειεύτηκα με τους φύλακες για το ποδόσφαιρο, κανόνισα μια μπύρα μετά τη δουλειά και προχώρησα προς το ασανσέρ.
Είδα από μακριά την ανώτερή μου, όλες οι κινήσεις του σώματός της έδειχναν ότι με ήθελε.
Κόρες διεσταλμένες, ελαφρό κοκκίνισμα στα μάγουλα, αμήχανο κούνημα χεριών, αυθόρμητο σουλούπωμα.
Γέλασα και της έκλεισα το μάτι, μου χαμογέλασε κι αυτή ρίχνοντας μια σελίδα από τις φωτοτυπίες που κρατούσε.
"Piece of cake αυτή η προαγωγή"
μπήκα στο γραφείο μου και κάθισα στην καρέκλα, τη γύρισα προς το τεράστιο παράθυρο και κοιτούσα το μουντό ουρανό του Λονδίνου. 
Ισως μου άρεσε αυτό το μουντό, το άχρωμο, το αποστασιοποιημένο. Έτσι ήμουν κι εγώ.
-Harrold, σε ζητάνε από το γραφείο, άκουσα μετά βίας τη φωνή της παχουλής γραμματέα μου σίγουρος πως πάλι θα μασουλάει κάτι.
It's show time baby.
φόρεσα το καλύτερο χαμόγελό μου, ίσως και το πιο αληθινό για εκείνη τη μέρα και κατευθύνθηκα προς το γραφείο των ανωτέρων.
Γύρω στα δεκα άτομα ήταν καθισμένα γύρω απ΄το μεγάλο γραφείο που έμοιαζε λες και θα δειπνούσαν ιππότες. Όλοι τους έμοιαζαν τόσο αγχωμένοι, τόσο μίζεροι, σαν κοινοί θνητοί. Εγώ ήμουν κάτι παραπάνω από αυτούς.
Μπήκε πρώτα η ανώτερη ή αλλιώς Maria, αυτή που είχα συναντήσει πριν λίγο στο ασανσέρ. Κατευθείαν έπεσε το μάτι της σε μένα, μου χαμογέλασε και ύστερα σκλύρηνε το ύφος της.
Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο λίγο ξεκουμπωμένο με μαύρο σουτιέν για να τονίζει τα ισπανικά, μεσογειακά προσόντα της.
Ήμουν τόσο αφηρημένος στο να σκέφτομαι διάφορες ερωτικές σκηνές ώσπου άκουσα τη φωνή της σε σπαστά αγγλικά να λέει ΙΔΟΥ Η ΝΕΑ ΣΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ.
Και τότε ένιωσα οργή, ένιωθα μια ζέστη να με κατακλύζει λες κι έπεφτα μαζί με το Γκόλουμ στην επιθυμία μου να πιάσω το δαχτυλίδι.
ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ; ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΥΤΑΝΑ;
Και τότε μπήκε στην αίθουσα αυτή, ΑΥΤΗ. Η γυναίκα πάγος που έσβησε τη φωτιά. Ξενυχτούσα κάθε βράδυ ψιθυρίζοντας, φωνάζοντας, ουρλιάζοντας το όνομα της αλλά όταν έφτανε η ώρα να μιλήσω γι αυτή δεν μπορούσα ούτε καν να το συλλαβίσω. Για μένα θα ήταν πάντα αυτή, η γυναίκα ή αλλιώς σερλοκικά THE WOMAN.
 

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

πες του αγάπη μου, να πα να γαμηθεί.

Να παν να γαμηθούν όλα; Ακούς;
Ιδιαίτερα ο χρόνος.
Μας κάνει να νιώθουμε μικροί.
Πριν μια βδομάδα ήμουν εκεί δίπλα σου και τώρα που είμαι μακριά σου φαντάζει σαν αιώνας.
Ιδιαίτερα εγώ και ο χαρακτήρας μου και τα προσχήματα.
Που μου λείπεις τόσο, που νιώθω σε θέλω και στο λέω χωρίς δισταγμό, που δεν κρατάω κάτι για το γαμημένο τον εαυτό μου.
Ιδιαίτερα εσύ και ο χαρακτήρας σου.
Που νιώθεις, που σου λείπω, που με θες και δεν θα το πεις ποτέ. Που θα το παίξεις αδιάφορος απλά για να με κρατήσεις εκεί.
Εκεί είμαι, εδώ είμαι, είμαι μαζί σου. Μη φοβάσαι.


Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

κάτι σαν Κυριακή

Α δεν ξέρω τι μ'έπιασε σήμερα αλλά μου θυμίζει Κυριακή.
Ατελείωτη βαρεμάρα, καφές,μια λίστα calexicon να παίζει και να κοιτάζω παλιές φωτογραφίες.
Αυτό σημαίνει Κυριακή για μένα.
Ίσως φταίει που είμαι άρρωστη και η μύτη μου τρέχει σαν τον Μπολτ;
Δε ξέρω, ανιγουέι, καλημέρα :)

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

To τέλος.

Αν με ρωτούσε κάποιος πριν χρόνια αν σε φανταζόμουν στη ζωή μου θα γελούσα και θα έλεγα φυσικά και ναι.
Σε θεωρούσα φίλη μου, κομμάτι μου, αν και δεν ήσουν τόσο δυνατή προσωπικότητα.
Τουλάχιστον ήξερα, έβλεπα, ένιωθα ότι μ'αγαπάς.
Πήρες τις αποφάσεις σου να πιστέψεις άλλον, να κάτσεις μαζί του κι ας σου φερόταν σαν να ήσουν κορόιδο.
Πάντα ήσουν γυναικούλα, ελπίζω να ξυπνήσεις κάποια στιγμή να διεκδικήσεις αυτά που σου ανήκουν.
Να περνάς καλά και όμορφα με αυτούς που γουστάρεις πλέον κι όχι με μένα.
ίσως είμαι σκληρή, ίσως να μην έχω αισθήματα, αλλά δεν με κατάλαβες 7 χρόνια, τώρα ξαφνικά δεν σου αρέσω;
Τέλοσπαντων, κλείνει ο χρόνος. Κλείνει το κεφάλαιο. Κλείνουμε σαν φίλες.
Πλέον, δεν νιώθω τίποτα για σένα μόνο λίγη αγάπη που ίσως έχει περισσέψει από παλιά.
Είμαι άδεια γενικά, κενή.
Σου εύχομαι να μάθεις ν αντέχεις την αλήθεια κι αν σου λείπω καμιά φορά, θα σου περάσει.
Και να δεις στο τέλος θα καταλήξουμε σαν δυο φίλες απ'τα παλιά, να βγαίνουμε για καφέ να λέμε τα νέα μας επιφανειακά.
Καλή σου συνέχεια, καλή ζωή, καλή ανούσια καθημερινότητα.



Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Και τελοσπαντων, να τραβούμε εμπρός

Το φως χαμήλωνε σιγά σιγά κι εγώ ανατρίχιαζα στον ήχο μιας ακούρδιστης κιθάρας.
Πετάχτηκα από το κρεβάτι τρομαγμένος, ήταν ένα ακόμη όνειρο από φαινομενικά μιας σειράς θρίλερ.
Το όνειρο αυτό ήταν τόσο διαφορετικό γιατί το θεώρησα τόσο ζωντανό.
Τι ανόητη σκέψη, ήταν διαφορετικό γιατί ήσουν εσύ μέσα.
Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το παράθυρο. Συνήθιζα τον τελευταίο καιρό να κάνω παράτολμες σκέψεις, άνοιξα το τζάμι και για μια στιγμή σκέφτηκα να πηδήξω.
Το έκλεισα γιατί έκανε κρύο κι έξω χιόνιζε.
Με απασχολούσαν πολλά πράγματα, αλλά το βασικό ήταν το ότι δεν τα μοιραζόμουν μαζί σου.
Μου έλειπες κάθε μέρα και πιο πολύ, αλλά μας χώριζαν πλέον πόσα χιλιόμετρα.
Διαφορετικές ήπειροι, χώρες, καθημερινότητες, στιγμές.
Μέσα στο σκοτάδι, κάθισα στον καναπέ και μηχανικά άρχιζα να στρίβω τσιγάρα.
Πάτησα καταλάθος το κουμπί της τηλεόρασης κι έπαιζε μια χαζή ρομαντική κομεντί, τραγικό.
Το τραγικό ήταν ότι την είχαμε δει μαζί.
Άκουσα σιγά τον ήχο του κινητού μου.
Ποιος να είναι μεσάνυχτα σκέφτηκα και μηχανικά πάλι πήγα στο δωμάτιο.
Καθώς είδα το κινητό, μου έπεσε κάτω και η καρδιά μου άρχιζε να χορεύει σε κάτι αλλόκοτους ρυθμούς.
ΗΣΟΥΝ ΕΣΥ.
Γρήγορα άνοιξα το μήνυμα.
"Δεν ξέρω τι ώρα είναι εκεί, άκουσα το Black Heart σ'ένα μαγαζί που είμαι. ελπίζω να είσαι καλά.Φιλιά."
"Δεν ξέρω ούτε εγώ τι ώρα είναι εκεί, αλλά εδώ είναι η ώρα που σε σκέφτομαι. Όπως κάθε ώρα. Είσαι καλά; Σε βλέπω σε όνειρα κι ανησυχώ, αλλά μου είχες πει να μην σου στέλνω. Μου λείπεις.Φιλιά."
Πετάχτηκα πάνω ξαφνικά κι είδα ότι το τσιγάρο είχε πέσει στο πόδι μου κι ότι είχε κάψει κάποιες τρίχες.
Προσπάθησα να σκεφτώ αν κάτι ήταν αληθινό, αλλά το μόνο που σκέφτηκα ήταν τα συναισθήματά μου.
Πήγα ξανά προς το κρεβάτι και απλά άφησα το κουβάρι μου να πέσει.
Μου λείπεις τόσο πολύ.
Θυμήθηκα την τελευταία φορά που σε είδα, δεν το ήθελε κανείς να φύγει και το αεροδρόμιο σαν χώρος αποχαιρετισμού δεν ήταν ωραίος.
Μη φεύγεις, μου ψιθύρισες και για μια στιγμή σκέφτηκα να τα παρατήσω όλα, αλλά δεν το κανα.
Γέλασες και μου είπες θα δεις κάποια μέρα θα μαστε ξανά μαζί, απλά κάνουμε ένα διάλειμμα για ποπ κορν. Και τέλοσπαντων, να τραβούμε μπρος.
Χαμογέλασα καθώς σε σκέφτηκα, έπιασα το σταυρουδάκι που μου είχες δώσει.
Και τέλοσπαντων, να τραβούμε μπρος ψιθύρισα και αποκοιμήθηκα, χωρίς όνειρα αυτή τη φορά.